Δουλεύαμε τότε για την Παγκόσμια Τράπεζα/IFC, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ILO, Port of Rotterdam και Ολλανδική κυβέρνηση, συμβουλεύοντας για χρόνια την Ινδική κυβέρνηση για τη μεταρρύθμιση και ιδιωτικοποίηση των λιμανιών της. Από τη δουλειά αυτή, προέκυψαν επτά δημοσιεύσεις, με κύριες αυτές για τον ILΟ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.[1]
Νιάτα, βέβαια
εκείνα τα χρόνια, που καμία κούραση, κανένα εμπόδιο δεν μπορούσε να ανακόψει
τον ενθουσιασμό τους για δημιουργία και αποτελέσματα. Με θυμάμαι να πετάω από
Άμστερνταμ για Νέο Δελχί Παρασκευή, για ένα ποτό με επενδυτές στην Ολλανδική
πρεσβεία το Σάββατο, και επιστροφή στο Ρότερνταμ την Κυριακή!
Σε μία από τις επισκέψεις μου στο Νέο Δελχί με προσκαλεί για ένα ποτό στην Πρεσβευτική Κατοικία ο τότε Πρέσβης μας εκεί Κωστής Αιλιανός. Η «Κατοικία» δεν ήταν κατοικία αλλά ο τελευταίος όροφος του Όμπερόϊ: Ενός από τα πιο ακριβά, πολυτελή ξενοδοχεία της πόλης, παγκοσμίως γνωστό. Ό όροφος ήταν 600 τ.μ., με ιδιωτικό ασανσέρ φυσικά. Στο ποτό πάνω πιάσαμε την κουβέντα για τον Ελληνισμό της Ινδίας. «Ένας παππάς και ένας φοιτητής, κ. καθηγητά» μου λέει γελώντας ο Αιλιανός. «και κάτι εισαγωγές καλύκων από τον Μαλτσινιώτη[2]». «Το καλύτερο πόστο μου: ταξιδεύω, διαβάζω, ζωγραφίζω». Μετά το ποτό, ξεκινάμε για φαγητό. Στο αυτοκίνητο κάθισα πίσω, με την πανέμορφη κ. Αιλιανού μπροστά ως συνοδηγός. Την προηγούμενη μέρα είχα τη φαεινή ιδέα να δώσω το κουστούμι μου για καθάρισμα και σιδέρωμα, ταλαιπωρημένο όπως ήταν απ' το πολύωρο ταξίδι. Τι το 'θελα; Βρωμοκοπούσε πετρέλαιο, φέρνοντάς με σε αμηχανία, ειδικά μέσα στο αυτοκίνητο με τα παράθυρα κλειστά και το κλιματιστικό, αλλά και στο εστιατόριο… Με την επιστροφή στην Ολλανδία το ξανάδωσα καθαριστήριο, αλλά εξακολουθούσε να βρωμάει για κάνα μήνα ακόμα.
Η κατοικία της
πρέσβειρας[3] της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξίσου
εντυπωσιακή: Βρισκότανε, μαζί με άλλες, ανάλογες, κατοικίες υποθέτω, σε μια
περιφραγμένη έκταση τεσσάρων περίπου τετραγωνικών χιλιομέτρων, με μπάρα και
ένοπλο φρουρό σε κάθε είσοδο στην περιοχή. Η συμπαθέστατη κυρία πρέσβης (μου
διαφεύγει το όνομά της αλλά θα το βρω) και το προσωπικό της μας υποδέχθηκαν
ανοιχτόκαρδα, και την ενημερώσαμε για την πρόοδο του έργου που χρηματοδοτούσε η
Επιτροπή, σε συνεργασία (πόρους) με τον International Finance Corporation (World Bank). Στο αποχαιρετιστήριο aperitivo στην πισίνα, μας ενημέρωσε με τη
σειρά της για τις δραστηριότητες της Επιτροπής στην Ινδία, που δεν ήταν καθόλου
αμελητέες. Αα.. πριν το ξεχάσω: το προσωπικό της κατοικίας ήταν δυο καμαριέρες,
μια μαγείρισσα, ένας κηπουρός και, φυσικά, ο οδηγός. Στην επιστροφή δεν μπόρεσα
να μην παρατηρήσω στους συνοδοιπόρους μου πως θα έπρεπε να είμασταν περήφανοι
που με τους φόρους μας χρηματοδοτούσαμε αυτή τη ‘συγκρατημένη’, μετριοπαθή, δαπάνη.
Θυμάμαι την πρώτη
μας συνάντηση στο υπουργείο με τον γενικό γραμματέα. Μας έβαλαν να καθίσουμε ο
ένας δίπλα στον άλλον, μπροστά σε μια υπερυψωμένη εξέδρα όπου πάνω της ήταν το
γραφείο του ΓΓ. Τον περιμέναμε τουλάχιστον 20 λεπτά. Ήρθε. Δεν είπε καν
καλημέρα. Κάθισε. Στο γραφείο πάνω, αριστερά του, μία στοίβα μισού μέτρου με
φακέλους. ‘Κείνους ‘κει με το μπλε σκληρό εξώφυλλο και το άσπρο κορδονάκι στην
άκρη που τους ασφάλιζε. Τους είχαμε κι εμείς αυτούς κάποτε στη δημόσια διοίκηση.
Ίσως να τους έχουμε ακόμα. Ένας υποτακτικός τού έβαζε ένα φάκελο μπροστά του,
τον άνοιγε, ο ΓΓ έριχνε μια γρήγορη ματιά, τον έκλεινε, και ο υποτακτικός τού άνοιγε τον επόμενο. Στο τέλος, με ένα μειδίαμα που ο θεός να το 'κανε χαμόγελο,
σηκώνεται λέγοντας: «Θα τα πούμε σύντομα». Και έφυγε όπως ήρθε.
Το ίδιο βράδυ, μια
υπέροχη βραδιά, στο μοσχοβολιστό κήπο της κυρίας Σασικούμαρ, μητέρας του Σάσι,
καλού φίλου από τη Βοστόνη που έτυχε να βρίσκεται εκεί εκείνες τις μέρες, η
καλή κυρία μας έφτιαξε το αγαπημένο μου: Κοτόπουλο με κάρυ και ρύζι
μπασμάτι, πίτες νααν, και ένα μπουκάλι Kingfisher (ίσως να ήτανε και δύο).
Η 9ωρη πτήση της KLM για Βομβάη, επεισοδιακή. Στις δύο
θέσεις πίσω μου, δύο Γερμανοί, με αναμμένα τα φωτάκια, να πίνουν αδιάλειπτα σε
όλη τη διαδρομή, να λένε αστεία και να γελάνε. Δεν άντεξα και κάλεσα το πλήρωμα
καμπίνας να παρέμβει. Η αεροσυνοδός, κυρία κάποιας ηλικίας και κάποιου ‘εκτοπίσματος’ (διέσχιζε
το διάδρομο πλαγίως) τους παρατηρεί ευγενικά αλλά και αυστηρά: «Επειδή οι άλλοι επιβάτες κοιμόνται θα σας
παρακαλούσα…». Και απαντά το γουρούνι, όντας
ήδη τύφλα, αλλά σε άπταιστα Ολλανδικά: «κυρία μου, πλήρωσα 4000 μάρκα γι αυτό
το εισιτήριο (δεν είχαμε ευρώ ακόμα) και ήλπιζα σε μια πιο ευχάριστη οπτασία από τη
δική σας». Η Ολλανδέζα, κόκκινη σαν το παντζάρι, πατάει το κουμπί της
ενδοεπικοινωνίας της και εμφανίζεται σε δευτερόλεπτα η ασφάλεια πτήσης.
Ντουλάπα το ολλανδάκι. «Θα μπορούσατε να με ακολουθήσετε στο πίσω μέρος σας
παρακαλώ;». «Για ποιο λόγο», ρωτάει ο ένας χασκογελώντας στο διπλανό του. «θα σας
πρότεινα να με ακολουθήσετε στο πίσω μέρος με τη θέλησή σας», ξαναλέει η
‘ντουλάπα’. Οι Γερμανοί σηκώθηκαν νωχελικά, χασκογελώντας μεταξύ τους, τύφλα
και οι δύο. Το σταματώ εδώ γιατί βγαίνω εκτός θέματος, αλλά επέστρεψαν στις
θέσεις τους μετά από μισή ώρα. Και έτσι μπορέσαμε και κοιμηθήκαμε για το
υπόλοιπο της πτήσης.
Στη Βομβάη μείναμε στο περιώνυμο Taj Mahal (Πύλη της Ινδίας). Πριν φύγουμε πέρασα από το νοσοκομείο τροπικών νοσημάτων (Havenziekenhuis) του Ρότερνταμ, έκανα τις ενέσεις μου, και πήρα και τα χαπάκια δοξυκυκλίνης
που μου έκαναν το στομάχι μαντάρα. Τα πέταξα λοιπόν τη δεύτερη μέρα και έτσι,
στο βραδινό δείπνο, που ήταν πάντα έξω, ήμουνα πάντα με μακρυμάνικο πουκάμισο,
κουμπωμένο μέχρι τον καρπό, και μέχρι το κολάρο στο λαιμό. Και προφανώς με
εντομοαπωθητικά στην τσέπη. Φυσικά στο Taj Mahal, και μέσα στην πόλη, ο κίνδυνος είναι μικρός αλλά καλού κακού, και όπως λέμε, φύλαγε τα ρούχα
σου να μην έχεις τίποτα.
Την Τρίτη μέρα, η
Ολλανδική πρεσβεία μάς έχει οργανώσει επίσκεψη στο νέο λιμάνι, Nhava Sheva (Jawaharlal Nehru) που αναπτύσσονταν τότε με χρηματοδότηση
της Παγκόσμιας Τράπεζας και ήταν ένα από τα πιο σύγχρονα κοντέινερ τέρμιναλ
στον κόσμο. Στη συνέχεια είχαμε ραντεβού στη λιμενική αρχή.
Όποιος δεν έχει
βιώσει την Ινδία σε περίοδο μουσώνων δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει ‘νεροποντή’
και ‘καταρράχτες τ’ ουρανού’. Το αυτοκίνητο διέσχιζε (αν όχι παρασύρονταν), με
μεγάλη δυσκολία, και κίνδυνο θα έλεγα, έναν ορμητικό ποταμό. Η βροχή σχεδόν
συμπαγής. Ορατότητα 10 μέτρα. Αλλά οι Ινδοί ‘business as usual’: Είδαμε μια παρέα
να παίζουν χαρτιά κάτω από μία λαμαρίνα, ενώ κάποιος άλλος διέσχιζε αμέριμνα το
δρόμο για να πάρει τσιγάρα απ’ το περίπτερο.
Στη λιμενική αρχή
μας υποδέχθηκε στην πόρτα ο γενικός διευθυντής και μας οδήγησε στην αίθουσα
συνεδριάσεων όπου μας περίμενε ο πρόεδρος με όλους τους διευθυντές του. Αφού
τέλειωσαν τα ‘τελετουργικά’ -ανταλλαγή επισκεπτηρίων και σύντομες παρουσιάσεις-
έρχεται το φαγητό και τοποθετείται μπροστά απ’ τον καθένα μας από το υπηρετικό
προσωπικό. Με την αφόρητη ζέστη, είχαν αφήσει τα πάνω παράθυρα ανοικτά. Και
ξαφνικά, το δωμάτιο μαυρίζει. Δεν υπερβάλλω. Γίνεται μαύρο από τη μύγα![4] Με ένα αδιόρατο νεύμα ο
πρόεδρος ‘δίνει τη διαταγή’ και το προσωπικό επιστρέφει με χάρτινα πιάτα με τα
οποία σκεπάσαμε το φαγητό μας. Αλλά ποιος το έτρωγε πλέον;
Εκτός από το Nhava Sheva που ανέφερα παραπάνω, το παλιό λιμάνι καταλάμβανε το κέντρο της πόλης.
Μιας από τις πιο ακριβές πόλεις στον κόσμο για στέγη και γραφεία. Δεν το είχα
σχεδιάσει και μάλλον μου ξέφυγε πάνω στη συζήτηση και είπα: «μα αφού τώρα έχετε
το νέο λιμάνι, γιατί δεν εγκαταλείπετε το παλιό, διαμορφώνοντας το τεράστιο
αυτό τμήμα της πόλης σε στέγαση και γραφεία, όπως έχουν κάνει οι περισσότερες
πόλεις σε ανάλογες περιπτώσεις; Νεκρική σιωπή έπεσε στην αίθουσα και τα βλέμματα
που εισέπραξα δεν ήταν και πολύ φιλικά. Και πώς να ήταν; Το παλιό λιμάνι
απασχολούσε 5.000 νομάτους που αν έμεναν χωρίς δουλειά δε θα ‘διαρκούσαν’ για
πολύ ακόμα. Την προηγούμενη είχα δει με τα ίδια μου τα μάτια 10 λιμενεργάτες να
κρατάνε ένα λάστιχο και να πλένουν ένα κοντέινερ. Εποχιακοί φυσικά. Οι μόνιμοι
τους χάζευαν από τη γέφυρα καπνίζοντας αρειμανίως.
Την επομένη αναχωρούσαμε για Μελβούρνη. Η βροχή ακόμα πιο συμπαγής. Η πρεσβεία δεν τα είχε κανονίσει καλά, ή κάποιο πρόβλημα υπήρξε, και το αυτοκίνητο δεν ήρθε. Έτσι πήραμε ταξί για το αεροδρόμιο. Εκείνα τα μικρά κίτρινα που με το ζόρι χωράνε δύο ψηλοί, κι εμείς ήμασταν τρεις. Και οι βαλίτσες; Τρεις μεγάλες Samsonite? «Μην ανησυχείτε», λέει ατάραχος ο ταξιτζής. Βάζει τη μία flat στη σχάρα και τις άλλες δύο όρθιες αλλά σε σχήμα Λ. «Έτσι το νερό φεύγει και δεν μπαίνει μέσα», μας λέει με ύφος που δε σήκωνε αντίρρηση. Στο αεροδρόμιο, στη Μελβούρνη, την αισθάνθηκα κάπως βαριά. Ανοίγοντάς την στο ξενοδοχείο, ω του θαύματος, ένα ρυάκι τουλάχιστον τρία λίτρα έπλυνε το χαλί.
Πηγαίνοντας
λοιπόν προς το αεροδρόμιο της Βομβάης, ο ταξιτζής μας ρωτάει αν θα θέλαμε να
βάλει αρκουδίσιο. «όχι» του λέω, καθήμενος μπροστά, για να δοκιμάσω το
‘σύστημα’. «εσείς θα μετανιώσετε», μου απαντά. Και πράγματι μετανιώσαμε. Ήταν
δύσκολο και να αναπνεύσεις ακόμα. «Άντε βάλ’το» του λέω. Και το έβαλε. Απλά,
άνοιξε τους αεραγωγούς και έμπαινε αέρας που κάθε άλλο παρά δροσερός ήτανε. Το πιο ωραίο όμως ήτανε πως το παρμπρίζ είχε ένα μόνο υαλοκαθαριστήρα,
αυτόν του οδηγού. Εγώ ως εκ τούτου δεν έβλεπα τίποτε. «Γιατί δε δουλεύει ο
δικός μου;» Τον ρωτάω. «Δουλεύει» μου απαντά, «αλλά τον έχω βγάλει, ώστε να τον
αλλάξω όταν ο δικός μου χαλάσει που θα χαλάσει σύντομα».
Από τη Μελβούρνη (σε
άλλο οδοιπορικό οι down under) συνεχίσαμε για Νέα Ζηλανδία. Μία πλούσια
χώρα από κάθε άποψη που ζούσε 50 χρόνια πριν, κάπου στο μεσοπόλεμο, γιατί έτσι
τους άρεσε να ζουν. Σπίτια, κήποι, πάρκα και όλα, σαν να είχαν βγει από
καρτ-ποστάλ. Οι κήποι; ‘μανικιούρ’. Μετά από συναντήσεις με τα συνδικάτα στο Auckland, κατευθυνθήκαμε προς την Ταουράνγκα με αυτοκίνητο˙
200 χιλιόμετρα και κάτι. Τότε η Ταουράνγκα δεν ήταν παρά λιβάδια και πρόβατα.
Θυμάμαι, στην επιστροφή στο Auckland ‘πετάξαμε’, για κάποιο λόγο που δε θυμάμαι, με ένα τετραθέσιο Piper
Cherokee. Το αεροδρόμιο; ένα λιβάδι με αγελάδες, και παιδιά που πετούσαν
χαρταετούς. Το τέρμιναλ; λίγο μεγαλύτερο από το καφενείο της γειτονιάς μου.
Μπήκαμε και περιμέναμε τον πιλότο. Έρχεται τρεχάτος, χαμογελαστός και μυρωδάτος.
«Μorning.
Everybody in? OK. Let’s get the hell out of here». Και το σήκωσε, τρομάζοντας τις αγελάδες.
Στην Ταουράνγκα
μιλήσαμε με τα σωματεία (πρότζεκτ του ILO), αλλά, εντελώς απροσδόκητα, μίλησα και με μία ομάδα γαιοκτημόνων που
έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον να μου μιλήσουν. Το
Auckland αντιμετώπιζε τότε προβλήματα συμφόρησης και λύσεις αναζητούνταν. Η
Ταουράνγκα είχε τους χώρους (ατέλειωτα ανοικτά λιβάδια) και οι γαιοκτήμονες το
‘προφανές’ ενδιαφέρον. Σε ένα κομμάτι χαρτί τους σχεδίασα το λιμάνι, τις
οδικές/σιδηροδρομικές συνδέσεις και κάποια πρόχειρα στοιχεία κόστους ανάπτυξης
(το κράτησα το χαρτάκι αυτό αλλά άντε βρες τώρα σε ποια κούτα είναι πεταμένο).
Την άλλη μέρα, οι εφημερίδες μού συνέστηναν ψυχίατρο. Αλλά όσοι από εκείνους τους
δημοσιογράφους είναι ακόμα εν ζωή, ας πάνε τώρα να δούνε το πρώτο λιμάνι της
χώρας! (συγκρατημένη μετριοφροσύνη).
Από το Auckland στη Μελβούρνη, και η πτήση της
επιστροφής Μελβούρνη, Σίντνεϊ , Σιγκαπούρη, Άμστερνταμ Αθήνα, Κέρκυρα.
Η Ντόλη με τον Ευκλείδη
παραθέριζαν στο νησί των Φεάκων και δεν έβλεπα την ώρα. Μόνο που μόλις έφτασα έπεσα ξερός και κοιμόμουνα για δυο μέρες, στο σπιτάκι του Αλέκου του Πολίτη,
του μεγαλύτερου ογκοχειρουργού που ανέδειξε ποτέ η χώρα μας.
ΗΧ
Έτος Κυρίου 2026 (Φλεβάρης).
[1](1996)
Social and Labor Problems Caused by Structural Adjustments in the Port
Industry. International Labour Organisation, Sectoral Activities Programme,
TMPI/1996, ISBN 92-2-109793-5, pp. 56 (In English, French and Spanish), ILO,
Geneva, 1996.
(1997) EU-India Maritime Transport: EC/IFC Regional Technical Assistance Facility for Economic Cooperation with Asia. Pilot Projects in India II: MARTRANS Work-shops. European Commission.
[2] Ελληνική Βιομηχανία Όπλων, για τους νεότερους, στον Υμηττό, όπου η κυβέρνηση Μητσοτάκη, προσπαθώντας να αποσυμφορήσει την πρωτεύουσα, σχεδιάζει τη μεταφορά εκεί ενός αριθμού υπουργείων.
[3] Κατά το Γιώργο Μπαμπινιώτη και το
διπλωματικό μας σώμα, το σωστό είναι πρέσβης και όχι πρέσβειρα, που είναι η
σύζυγος του πρέσβη. Παρεμπιπτόντως, το διπλωματικό σώμα όλων των χωρών της ΕΕ
έχει αντιδράσει στη χρήση του τίτλου 'πρέσβης’ από, απλά, έναν ανώτερο υπάλληλο
της Επιτροπής.
[4] Παλιότερα, λέγαν οι ναυτικοί, όταν
το πλοίο πλησίαζε στην Καλκούτα έβλεπαν ένα γκρίζο σύννεφο πάνω απ’ την πόλη.
Μόνο που δεν ήτανε σύννεφο βροχής αλλά κουνούπια.


















