June 18, 2020

Τον παλιό εκείνο τον καιρό

Ψάχνοντας να βρούμε τι να κάνουμε, με την κλεισούρα του κορωνοϊού, πιάσαμε τις εκκαθαρίσεις, πλουτίζοντας έτσι τους παλιατζήδες: Βιβλία, φωτογραφίες, δώρα, γκατζετάκια, παλιά κινητά, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Δεν πετούσαμε, βλέπεις, τίποτα. Και μαζεύαμε για  χρόοονια. Μήπως κάποτε... 

Και οι παλαιότεροι, δεν άργησαν να μπουν στον κόσμο των αναμνήσεων. «Τα παλιά, καλά, εκείνα χρόνια». «Η Αθήνα των παιδικών μας χρόνων, με αγιόκλημα και γιασεμιά». 

Το πρόβλημα των αναμνήσεων όμως είναι ότι είναι πολύ ‘επιλεκτικές’. Κρατάνε τα καλά, και πετάνε στα σκουπίδια του υποσυνείδητου όλα τα δυσάρεστα. Να λοιπόν τι έλεγε για την Αθήνα, το 1979, ο μεγάλος μας Νίκος Τσιφόρος στην «Ιστορία της Αθήνας»

[…]Εμείς οι πιο παλιοί τη θυμούμαστε όταν δεν ήτανε ακόμα πολιτεία, αλλά συνονθύλευμα πολλών χωριών. Όταν όλοι οι έμποροι πουλούσανε στο δρόμο την πραμάτεια τους, όταν η λάσπη έφτανε στο γόνατο, όταν δεν είχε φως στους δρόμους, όταν τα μόνιππα ήτανε τα ταξί της, κι όταν το νερό ήτανε πρόβλημα κι η κάθε νοικοκυρά κοπάναγε τον γκαζοτενεκέ της στο κεφάλι της άλλης, για να προλάβει να γεμίσει πρώτη, πριν στερέψει η δημοτική βρύση, που έδινε λίγο νεράκι δυο φορές τη βδομάδα. Άλλος κόσμος, άλλες συνήθειες, άλλες περιπέτειες, που τις λένε «η καλή παλιά εποχή». Βρώμα, απελπισία, στέρηση, κρύο, αρρώστιες, απλυσιά, όλα που μας φαίνονται καλά γιατί τότε ήμαστε νέοι… Τίποτα παραπάνω[...]

Για το γνήσιο της υπογραφής,
HX

June 06, 2020

Προοπτική


Έχω έναν καλό φίλο και συνάδελφο που, στα 30-τόσα χρόνια που τον ξέρω, υπήρξε πάντοτε αστείρευτη πηγή καλού χιούμορ.

«Από μια ορισμένη ηλικία και μετά», μου λέει σήμερα στο πρωινό, διαδικτυακό καφεδάκι μας, «τις αγορές μας θα πρέπει πάντα να τις υποβάλουμε στο κριτήριο μιας κάποιας προοπτικής».

«Τι θες να πεις;» τον ρωτώ, έχοντας ήδη ψυλλιαστεί πού το πήγαινε.

«Να. Την Τετάρτη αγόρασα ένα απίθανο καλοκαιρινό κουστουμάκι για 200 ευρώ˙ ελπίζω να με βγάλει».

Δεν είναι και ο πρώτος ο φίλος μου;

ΗΧ