March 30, 2009

Όπου ακούς πολλά κεράσια..

Ένα από τα παράδοξα του καπιταλισμού είναι ότι πρέπει να κάνεις κουπί ώσπου να δεις τα ραδίκια από κάτω, που έλεγε κι ο αλησμόνητος Νίκος Τσιφόρος. Αν σταματήσεις να τραβάς κουπί, η βάρκα μπάζει νερά και βουλιάζει. Πρέπει λοιπόν όχι μόνο να συνεχίσεις να δουλεύεις όσο πιο πολύ και όσο πιο εντατικά γίνεται Βασίλη, αλλά και τα λεφτά που κερδίζεις πρέπει να τα ξοδεύεις. Αν αποφασίσεις να σταματήσεις να ξοδεύεις και αντ’ αυτού αποταμιεύσεις, αν πιστέψεις πως υπάρχουν μεγαλύτερες αξίες στη ζωή από τον καταναλωτισμό, όπως η οικογένεια, η τιμή, η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός, η γνώση, η θρησκεία, το περιβάλλον, τότε υπάρχει πρόβλημα. Ύφεση και ανεργία ακολουθεί.

Πώς γίνεται αυτό; Να ένα απλό παράδειγμα, σαν αυτά που χρησιμοποιούμε στους φοιτητές μας, για να μας κατηγορούν μετά ότι τα μοντέλα μας δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα και ότι τους σπαταλάμε το χρόνο τους. Αλλά εδώ είναι το μυστικό του καλού δασκάλου. Να εξηγήσει στα παιδιά ότι τα μοντέλα αυτά δεν αποσκοπούν στο να απεικονίσουν την πραγματικότητα, αλλά είναι απλά αφετηρίες του τρένου της σκέψης. Είναι υπεραπλουστεύσεις, Ευκλείδη, που βοηθούν στο να συλλάβουμε την κεντρική ιδέα. Είναι η άγκυρα που κρατάει το πλοίο στη θέση του. Είναι η πέτρα πάνω στην οποία θα χτίσουμε το σπίτι. Αν όμως δεν μπορέσουμε να δείξουμε ,ταυτόχρονα, τη φωτογραφία του σπιτιού στο παιδί (κάτι που μόνο η πείρα και τα γκρίζα μαλλιά μπορούν να κάνουν), αν περιοριστούμε στην ανάλυση και τις ιδιότητες της ‘πέτρας’ αντί να το διδάξουμε πώς να χρησιμοποιήσει την πέτρα για να χτίσει το σπίτι, τότε το χάσαμε το παιδί.

Ιδού λοιπόν το παράδειγμα.
Στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας ζουν τρεις μόνο άνθρωποι, και υπάρχει κι ένα εργοστάσιο που φτιάχνει παπούτσια. Ο Ηλίας και ο Φίλιππος είναι εργάτες και ο Μάριος που έβαλε τα λεφτά του στο εργοστάσιο (μη ρωτήσεις εδώ πού τα βρήκε..) είναι ο ιδιοκτήτης του. Το εργοστάσιο φτιάχνει τρία ζευγάρια παπούτσια το χρόνο, ένα για τον καθένα τους. Το μόνο που μπορούν να κάνουν ο Ηλίας και ο Φίλιππος με το μισθό τους, και ο Μάριος με τα κέρδη του, είναι να αγοράσουν ένα ζευγάρι παπούτσια. Μια φορά, ο Ηλίας σκέφτεται ότι τη βγάζει κι άλλη μια χρονιά με το ίδιο ζευγάρι κι έτσι δεν αγοράζει καινούργιο. Τη χρονιά αυτή, ένα ζευγάρι παπούτσια μένει απούλητο. Ο Μάριος κατά συνέπεια αποφασίζει ότι την επόμενη χρονιά δεν θα πρέπει να φτιάξει τρία, αλλά μόνο δύο ζευγάρια. Για να το κάνει όμως αυτό χρειάζεται ένα εργάτη και όχι δύο. Έτσι, ο Φίλιππος βρίσκεται στο δρόμο.

Μα θα μου πεις δεν είναι καλό πράμα η αποταμίευση; Δεν οδηγεί σε επενδύσεις και έτσι σε μεγέθυνση, απασχόληση και ευημερία; Και εδώ, η συμβολή του Κέυνς ήταν μεγάλη. Έδειξε πως επειδή αυτοί που αποταμιεύουν είναι κατά κανόνα άλλοι απ’ αυτούς που επενδύουν, επενδύσεις και αποταμιεύσεις δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν. Όταν όμως οι πρώτες υπολείπονται των δεύτερων, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο όπως όταν η ζήτηση υπολείπεται της προσφοράς: εν ολίγοις ύφεση και ανεργία (βλ. προηγούμενο άρθρο Keynesianism).

Πρέπει λοιπόν να ξοδέψεις Βασίλη και να καταναλώσεις. Αν δε το κάνεις κάποιος άλλος θα το κάνει για λογαριασμό σου, με τα λεφτά σου. Πρώτα χτυπάει την πόρτα σου το μάρκετινγκ και η διαφήμιση. Περισσότερο τέχνη παρά επιστήμη. Με πλύση εγκεφάλου και προχωρημένη ψυχολογία θα σου δημιουργήσει ανάγκες και θα σε πείσει να ξοδέψεις (μεγάλο κεφάλαιο αυτό και επίκειται μελλοντικό άρθρο).

Αν δεν τα καταφέρει το μάρκετινγκ, έρχεται με τη σειρά του το Κράτος: «δεν μπορείς να ξοδέψεις εσύ ιδιωτικά, τότε θα ξοδέψω εγώ για σένα δημόσια». Πώς το κάνει αυτό; Πολύ έξυπνα. Όχι φορολογώντας σε, γιατί σε περίοδο κρίσης αυτό είναι δύσκολο, αλλά πουλώντας σου κρατικά ομόλογα. Σου παίρνει τα λεφτά και σου δίνει ένα υποσχετικό: «δώσε μου τα λεφτά τώρα και θα στα δώσω πίσω σε 10 χρόνια με τόκο». Κάνοντάς το, στηρίζεται στην αβεβαιότητά σου για το μέλλον, και στη σχετική σιγουριά που σου προσφέρει (να μην πω αστειευόμενος και περηφάνια) το να είσαι δανειστής του κράτους σου!

Το ερώτημα βέβαια είναι πόσο ψηλός θα πρέπει να είναι αυτός ο τόκος για να κάνει την πρόταση ελκυστική. Πόσα θες Βασίλη για να το αγοράσεις το κρατικό ομόλογο; Πόσο μεγάλο θες το καρότο;

«όσο πιο πολλά γίνεται» θα πεις φυσικά, ε;

Και εδώ είναι η λούμπα που δεν θα πρέπει να πέσεις.
Όσο πιο πολλά σου υπόσχονται, τόσο πιο μεγάλος είναι ο κίνδυνος να μη τα πάρεις πίσω ποτέ. Όσο πιο μεγάλο το καρότο, τόσο πιο πιθανό είναι να βαρυστομαχιάσεις. Απόδοση και κίνδυνος πάνε χέρι-χέρι. Οι πιο επισφαλείς επενδύσεις είναι αυτές που υπόσχονται μεγάλες αποδόσεις. Φοβού τους τάζοντες λαγούς με πετραχήλια. Κάποιο λάκκο έχει η φάβα όταν κάποιος σου υπόσχεται πολλά. Κράτα καλύτερα μικρό καλάθι.

Το κράτος, σαν πωλητής, έχει συμφέρον να σου προσφέρει όσο το δυνατόν μικρότερη ανταμοιβή για τα λεφτά σου. Με άλλα λόγια, θέλει να δανειστεί με όσο γίνεται πιο χαμηλό κόστος. Για το κράτος, όπως και για κάθε άλλη ‘επιχείρηση’, ψηλό κόστος δανεισμού συνεπάγεται μεγαλύτερη δυσκολία στο να τα βγάλει πέρα και να μπορέσει μελλοντικά να ξεπληρώσει το χρέος του. Επιχειρήσεις και κράτη πολλές φορές χρεοκοπούν, και πολλά είναι τα παραδείγματα σε Λατινική Αμερική και Ασία και σε χώρες που ακολούθησαν τις συνταγές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

Όταν λοιπόν το κράτος μπορεί και δανείζεται με μικρό κόστος, όταν δηλαδή οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων είναι χαμηλές, και παρ’ όλα αυτά μπορεί ακόμα και τα πουλάει, αυτό σημαίνει ότι ο αγοραστής, εσύ δηλαδή Βασίλη, έχει εμπιστοσύνη στην πιστοληπτική ικανότητα του κράτους και κατά συνέπεια στις μελλοντικές προοπτικές της χώρας του.

Θα μου πεις τώρα και καλά «αν ήξερα εγώ ποιες είναι η προοπτικές της χώρας μου δεν θα ήμουν φαναρτζής αλλά υπουργός οικονομικών». Και πώς να ξέρω όταν δεν έχω καιρό να διαβάσω; Όταν τα κανάλια, αντί να μου εξηγήσουν, μου σερβίρουν νυχθημερόν σκουπίδια; Όταν το ένα κόμμα λέει άλφα και το άλλο βήτα χωρίς να μπορούν να συνεννοηθούν ακόμα και στα αυτονόητα;

Σωστά όλα αυτά, αλλά υπάρχει τρόπος.
Επειδή τα ομόλογα αυτά δεν τα αγοράζουμε μόνο εμείς αλλά και οι ξένοι, μπορούμε να βασιστούμε στις δικές τους εκτιμήσεις αλλά και σε αυτές των ‘οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης’ (Moody’s και Standard and Poor’s). [Θα σου πω άλλη φορά Βασίλη τι είναι αυτοί οι οίκοι, τι κάνουν και πώς το κάνουν, αλλά και πόσο υπεύθυνοι είναι και οι ίδιοι για την παρούσα οικονομική κρίση].

Μπορούν λοιπόν οι οίκοι αυτοί να υποβαθμίσουν τη χώρα στη Β’ εθνική ή να την ανεβάσουν στην Α’. Οι αξιολογήσεις τους αυτές διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες των επενδυτών, και κατά συνέπεια τις τιμές και τις αποδόσεις των ομολόγων. Όταν λοιπόν βλέπεις ότι οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων είναι κατά αρκετές μονάδες παραπάνω από αυτές των Γερμανικών, τότε ξέρεις ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα των προοπτικών της Ελληνικής οικονομίας. Και έτσι δεν αγοράζεις. Όσο πιο επιφυλακτικός είσαι, τόσο μεγαλύτερη η προσπάθεια του ‘πωλητή’ να σου πουλήσει. Και όσο μεγαλύτερη η προσπάθειά του, τόσο πιο επιφυλακτικός γίνεσαι. Εδώ μπαίνει ο ρόλος των ‘προσδοκιών’ και του αποσταθεροποιητικού τους χαρακτήρα. Αυτό που μας οδήγησε στην παρούσα κρίση.

Χάνοντας λοιπόν, δικαιολογημένα, την εμπιστοσύνη σου στο τραπεζικό σύστημα, τον κινητήρα της οικονομίας, σήκωσες τα λεφτά, τα έκρυψες στη ντιβανοκασέλα, και αποφάσισες να σταματήσεις να ξοδεύεις Βασίλη.

Επανέρχομαι από βδομάδας, πρώτα ο Θεός, να σου εξηγήσω πώς μέσα από αρνητικές προσδοκίες και έλλειψη εμπιστοσύνης μπορεί να περάσουμε από μια χρηματοπιστωτική φούσκα σε κρίση της πραγματικής οικονομίας.
Πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.
Και πώς έχασες τη δουλειά σου.
Τα λέμε.

Η. Χαραλαμπίδης
Post a Comment