February 21, 2010

14ος μισθός

Φοβερή και τρομερή η φίλη μου η Αμαλία.
Περιβόλι.
Όπου πάει, το κέντρο της προσοχής.
Πάρτι χωρίς την Αμαλία δε νοείται.
Πολυταξιδεμένη, με την ποκίτσα της, τα ανεκδοτάκια της, την πεντικιουρίστα της, και πολλά άλλα.
Στο ρετιρέ της στα Βριλήσσια, όταν τα παιδιά ήταν μικρά στήνανε τέρμα και παίζανε μπάλα στη βεράντα.

Έχει και άποψη η Αμαλία:
«Ο 14ος μισθός στην Ελλάδα είναι για να μας φέρει πιο κοντά στους μισθούς της Ευρώπης» δηλώνει κατηγορηματικά και με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. «Η Αθήνα είναι η ακριβότερη πρωτεύουσα της Ευρώπης», συνεχίζει η Αμαλία, «αλλά οι μισθοί μας είναι οι μισοί των Ευρωπαίων».
Τάδε έφη Αμαλία.

Κι εδώ που τα λέμε δεν έχει και πολύ άδικο. Η Αθήνα είναι μια απ’ τις ακριβότερες πόλεις της Ευρώπης γιατί τη λυμαίνονται τα καρτέλ και γιατί μια σκανδαλώδης Επιτροπή Ανταγωνισμού υπάρχει, σκόπιμα, μόνο στα χαρτιά.*

Λίτσα τη λέγαν’ τη γιαγιά της Αμαλίας, αλλά μη διανοηθείς ποτέ να της το υπενθυμίσεις γιατί έγινες θανάσιμος εχθρός της. Στο σπίτι έχει και άλμπουμ με τις φωτογραφίες της γιαγιάς: στον αραμπά, με βέλο στο καπέλο, και λευκό μεταξωτό γάντι μέχρι τον αγκώνα.
Φοβερές φωτογραφίες.
Σαν κι αυτές τις κιτρινισμένες που βρίσκεις Κυριακή πρωί, αν δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις και σουλατσάρεις μαζεύοντας λιακάδα στο Μοναστηράκι.

Η Αμαλίτσα είναι υψηλόβαθμο στέλεχος υπουργείου.
Καμιά πενηνταριά Μαΐων, όπως δηλώνει.
-Χωρίς τα καλοκαίρια, της λέω εγώ για να την πειράζω.

Το πρωί η Αμαλία ‘αφικνείται’ στο υπουργείο συνήθως κατά τις 10.
Πάντα με ένα χοντρό ντοσιέ στο αριστερό χέρι και τη Luis Vuitton στο δεξί.
Το ρολεξάκι και το υπόλοιπο ‘χρυσαφικό’ σε λαιμό και χέρια, γύρω στα δυόμιση κιλά βαριά-βαριά, που λέει κι ο χασάπης μου.
Αλλά και κι όλα τ’ άλλα: Ταγεράκι, πουκάμισο, παπούτσι, όλα.
Σένιο πράμα.
Στην Ελβετία, αν μαζέψεις τόσες υπογραφές κάνεις δημοψήφισμα.
Με το που ανοίγει η πόρτα αλλάζει ο καιρός. Μοσχοβολάει το γραφείο Guerlain L’Instant.

-Καλημέρα παιδιά, πώς πάμε;
-Καλώς την κυρία Διευθύντρια!
-Άργησα λίγο, αλλά το παρακάναμε λιγάκι χθες το βράδυ…
-Δεν πειράζει κυρία Αμαλία. Πάντα τέτοια. Να ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε!

Στο γραφείο πάνω, το κουλουράκι τραγανιστό και ζεστό, κι ο γαλλικός καφές αχνιστός. Σε πορσελάνινο λευκό φλιτζάνι Wedgwood πάντα.
Η πρωινές εφημερίδες διπλωμένες και σιδερωμένες κάτω απ’ την Εδουαρδιανή λάμπα. Εκείνη με το μπρούτζινο κορδονάκι.

Κατά της δώδεκα και τέταρτο, η Αμαλία σηκώνεται.
-Πάω μια στιγμή εδώ δίπλα για μια δουλίτσα, κορίτσια, και επιστρέφω.
Όντως και επιστρέφει. Κατά τις δύο όμως. Με τις απογευματινές εφημερίδες στη μασχάλη και δυο τσάντες απ’ την Τσακάλωφ στο χέρι.**
-ψωνίσαμε; ψωνίσαμε κυρία Αμαλία;
-Μπα, τίποτα σπουδαίο Αργυρούλα μου. Ένα ζευγαράκι παπούτσια. Να, έλα να στα δείξω. Συμπαθητικούλια δεν είναι; Τσάμπα πράμα. Με την έκπτωση μόνο 360 ευρώ.
(τόσα παίρνει η Αργυρώ το μήνα σαν σταζιέρ).

Και μετά αρχίζει η τελετουργική ανάγνωση των εφημερίδων.
-Μαύρα χάλια έχει ο Παπακωνσταντίνου το χρυσό μου, μονολογεί.
-Αξύριστος, άυπνος, καταβεβλημένος.. I wouldn’t want to be in his shoes these days. Πετάει και την αγγλικούρα της, να την ακούσει ο Φίλιππος, που επιμελώς μετακομίζει ένα πάκο χαρτιά από την αριστερή μεριά του γραφείου της στη δεξιά.

Και πάει η ώρα δυόμισι.
-Ε, εγώ λέω σιγά σιγά να την κάνω Φιλιππάκο. Μη με πιάσει και η κίνηση.
-Μάλιστα κυρία Αμαλία. Καλή συνέχεια.
Και η Αμαλίτσα αναχωρεί. Με το χοντρό ντοσιέ στη μασχάλη.
Και το Φίλιππα να σκέφτεται πως την τελευταία φορά που μπήκε ή βγήκε κάποιο χαρτί από ‘κει μέσα θα πρέπει να ήταν πριν έξη μήνες.

Μισθοί, επιδόματα κι εργοδοτικές εισφορές, 300 ευρώ σε φόρους του κόστισε του Τάσου του φαναρτζή μου αυτή η μέρα της Αμαλίτσας. Δυο αυτοκίνητα πρέπει να βάψει για να τα βγάλει αυτά τα λεφτά. Άσε που θα πρέπει να δίνει και απόδειξη τώρα...

-Τι λες εσύ ρε Τάσο; Θα μας τον κόψει τελικά ο Γιώργος τον 14ο μισθό; τον ρωτάω προχθές που του πήγα το σαραβαλάκι μου γιατί δεν άνοιγε το παράθυρο.
-Τι δέκατο τέταρτο και πράσινα άλογα μου λες ρε προφέσορ;
Μου λέει ο Τάσος, αφήνοντας μια μουτζούρα στο κούτελό του όπως σκούπιζε τον ιδρώτα με την ανάποδη του χεριού του.
-Εγώ φέτος αν πιάσω τον τέταρτο θα πω και ‘φχαριστώ. Αλλά πού θα πάει; Θα αλλάξουνε τα πράματα. Κάτι τα τεκμήρια, κάτι οι φόροι πολυτελείας που θα βάλει ο Γιώργος, θα το κρατάει πιο πολύ ο κόσμος τ' αυτοκίνητο, κι έτσι θα βάφω κι εγώ κανένα. Μη σου πω ότι, με τα τεκμήρια, τις Cayenne θα τις πουλάνε τώρα οι αλλοδαποί στην πλατεία Βικτωρίας.

Πάντα αισιόδοξος ο Τάσος.
Γι αυτό μ' αρέσει.


Η. Χαραλαμπίδης

*βλ. σχετικό άρθρο μου το Σεπτέμβρη του 2005, όταν δεν ξέραμε καν, Βασίλη, τι είναι Επιτροπή Ανταγωνισμού!

** Μου λένε ότι οι τσάντες απ’ την Τσακάλωφ έχουν μεγάλη ανταλλακτική αξία: ψωνίζεις, λέει, παπούτσια απ’ το Γαλάτσι, τα βάζεις μέσα ‘κεί, και πας μετά για καφέ στο Κολωνάκι. Α ρε καταραμένη ανέχεια, που ‘λεγε κι ο μεγάλος μας ο Χάρρυ Κλυνν.

ΥΓ: Η Αμαλίτσα ανήκει στο χώρο του φανταστικού and the usual disclaimer applies: Πάσα ομοιότις με πρόσωπα ή καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική και όποιος θέλει το πιστεύει!
Post a Comment