April 10, 2009

Όσα ξέρει ο νοικοκύρης

Κηλαηδόνης θα καταντήσεις ρε; Μου είπε ένας συνάδελφος όταν διάβασε το ‘όπου ακούς πολλά κεράσια’ παρακάτω. Δε ντρέπεσαι; Και αναφερόταν βέβαια στην αριστουργηματική εκείνη συλλογή τραγουδιών του Λουκιανού Κηλαηδόνη, κάπου 'κεί στη δεκαετία του 70, με τίτλο ‘απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας’.

Η αλήθεια είναι πως όταν άρχισα να γράφω τον ‘Βασίλη’ το 2004, είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι με δύο θέματα δεν θα καταπιανόμουνα ποτέ: οικονομία και ναυτιλία. Στο δεύτερο, για την ώρα, αντιστέκομαι. Στο πρώτο ενέδωσα.

Δύο λόγοι με απέτρεπαν.
Ο πρώτος ήταν ότι φοβόμουνα.
Φοβόμουνα πως αν το έκανα θα έριχνα πέτρες στο γυάλινο σπίτι μου. Θα έφτυνα στον ουρανό.

Ο δεύτερος λόγος ήταν το κόλλημα που έχουμε όλοι εμείς οι α-γκαντέμης (academics) στο να εκλαϊκεύσουμε κάτι στο οποίο έχουμε αφιερώσει τη ζωή μας. Κάτι που η ‘επιμελώς κατασκευασμένη’ δυσκολία του μας δίνει λόγο ύπαρξης. Όπως μου είπε εύστοχα μια φορά ο Ιωσήφ (βλ. παρακάτω), «economics is common sense made difficult». Κάτι αντίστοιχο είχε πει και ο Αλβέρτος ο Μονόπετρος (Albert Einstein) σε ένα φοιτητή του: «αν δεν μπορείς να εξηγήσεις σε δέκα λεπτά την πιο περίπλοκη θεωρία στον απλό άνθρωπο στο δρόμο, τότε άλλαξε δουλειά».

Έτσι λοιπόν κι εγώ, βάζοντας τη μούρη μου με τους πραματευτάδες, αποφάσισα να γράψω. Μέσα στην κοσμογονία που ζούμε αυτό τον καιρό, την πρωτόγνωρη οικονομική κρίση, την ολοκληρωτική κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά και με 85,000 πιστούς αναγνώστες Βασίλη(!), δεν μπορούσα να παραμένω απλός παρατηρητής, ασχολούμενος με το παντελόνι του κυρίου Αλαβάνου. Κάπου, αργά ή γρήγορα, θα έμπαινε και θέμα αξιοπιστίας..

Λίγα λόγια όμως πρώτα για τον Ιωσήφ που για κάνα χρόνο τώρα είναι πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες του κόσμου και που, με το τελευταίο του βιβλίο,[1] με έπεισε να ξεπεράσω τους φόβους μου. Ούτε πυροβολημένος είμαι (νομίζω τουλάχιστον..) ούτε κάνα καλάμι έχω καβαλήσει προσπαθώντας να τον μιμηθώ. Αλλά το βιβλίο είναι τόσο απλά γραμμένο, για ‘σενα Βασίλη, που είπα ότι αν ο Ιωσήφ δεν έχει πρόβλημα με την εκλαΐκευση γιατί θα πρέπει να έχω εγώ.

Με τον Ιωσήφ συμπέσαμε ένα φεγγάρι στη Σιγκαπούρη. Δίπλα δίπλα τα γραφειάκια μας, 3Χ3 το καθένα. Ένα πρωινό καφεδάκι στην κουζίνα του Kent Ridge, κάποια noodles και παγωμένο χυμό μάνγκο στα υπαίθρια παγκάκια του central square, one for the road, μια μπυρίτσα, στο faculty club ένα απόγευμα πριν την κάνουμε για το σπίτι.

[ακόμα αναρωτιέμαι αν έκανα καλά να παρατήσω τη Σιγκαπούρη, μετά από τρία χρόνια, για το Ρότερνταμ..].

Έτσι λοιπόν είχα την ευκαιρία, ή καλύτερα την τύχη, να ανακαλύψω ένα από τα λαμπρότερα μυαλά των καιρών μας. Το βιβλίο δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμα αλλά μας διηγιότανε τα περιεχόμενά του. Με το συνεσταλμένο μισοχαμόγελο του σοφού που ψάχνει να βρει λέξεις να εκφραστεί, αλλά και τον χειμαρρώδη ανατρεπτικό ενθουσιασμό του έφηβου που με μια μονοκονδυλιά μπορεί να διαγράψει τα πάντα το επόμενο λεπτό, μας εξηγούσε πώς, μες στην παγκοσμιοποίηση, οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι. Πώς οι πατέντες και τα υπερκέρδη των φαρμακευτικών εταιρειών υπογράφουν τη θανατική καταδίκη εκατομμυρίων ανθρώπων στην Αφρική. Μας μιλούσε για τις απάτες (εγκλήματα, όπως τα έλεγε) των τραπεζών, για την αδυναμία των φτωχών χωρών να αποπληρώσουν το χρέος τους, την καταστροφή του περιβάλλοντος και την αποψίλωση των δασών, τον ρόλο των πολυεθνικών εταιρειών, και τόσα άλλα παραδείγματα όπου οι αγορές αποτυγχάνουν. Άπειρα τα παραδείγματα από τα χρόνια του κοντά στον Κλίντον αλλά και, μετά, στη Διεθνή Τράπεζα.

Τίποτα το καινούργιο. Δεν είχε σημασία τι έλεγε αλλά το πώς το έλεγε. Πώς μπορούσε τόσο απλά να τραβάει το χαλί κάτω απ τα πόδια τόσο του αρτηριοσκληρωτικού καθηγητή όσο και του επαναστάτη φοιτητή (ναι, και στη Σιγκαπούρη υπάρχουν επαναστάτες. Με τον τρόπο τους).

Ο Joe είναι καθηγητής στο Κολούμπια και το 2001, μαζί με τον George Akerlof του Berkeley και τον Michael Spence του Stanford πήρε το Νόμπελ στα οικονομικά για τη θεωρία του πάνω στην ασύμμετρη πληροφόρηση και πώς αυτή διαμορφώνει την οικονομική συμπεριφορά. Τι γίνεται δηλαδή όταν σε μια συναλλαγή ο ένας ξέρει περισσότερα απ τον άλλον. Το καλύτερο παράδειγμα είναι η αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. [2] Οι Άγγλοι έχουν μια έκφραση για κάποιον που δεν εμπιστεύονται: «would you buy a second hand car from him?» λένε. Με άλλα λόγια, ποιο είναι το κοινωνικό κόστος της ιδιωτικής ανεντιμότητας;

Μια συναφής θεωρία του Joe, σχετική με την ασύμμετρη πληροφόρηση, είναι αυτή του «ηθικού αστάθμητου παράγοντα» (moral hazard), με σημαντικές εφαρμογές στην ασφαλιστική αγορά. Τι γίνεται δηλαδή όταν η ασφαλιστική εταιρεία γνωρίζει λιγότερα για την κατάσταση του ασφαλιζόμενου την οποία ο τελευταίος έχει συμφέρον να αποκρύψει;

Ουπς. Άντε τώρα Βασίλη να αποφύγεις το ναυτιλιακό παράδειγμα!

Όταν ο εφοπλιστής ασφαλίζει το πλοίο του σε τιμή μικρότερη του ιδιωτικού ή κοινωνικού (θαλάσσια ρύπανση) κόστους ενός ατυχήματος, στην ουσία μετακυλά τον κίνδυνο αυτό στις πλάτες των άλλων ασφαλισμένων αλλά και της κοινωνίας. Ο Joe το βλέπει αυτό σαν μια κρυφή επιδότηση. Θα με ρωτήσεις φυσικά και γιατί τον ασφαλίζει η εταιρεία; Για δύο λόγους. Πρώτα, γιατί «όσα ξέρει ο (καραβο)κύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος». Asymmetry of information λέει ο Joe. Δεύτερον, γιατί αν δεν το κάνει, θα της φύγει ο πελάτης και θα πάει αλλού.

Κι ακόμα. Όταν ο εφοπλιστής έχει ασφάλεια, έχει δηλαδή το κεφαλάκι του ήσυχο, έχει λιγότερο ενδιαφέρον να ασκήσει χρηστή διαχείριση, σε σχέση με το πόσο προσεχτικός θα ήτανε αν ήταν ανασφάλιστος. Έτσι, συνολικά, ο κίνδυνος ατυχημάτων αυξάνεται και μαζί του αυξάνεται το κόστος των ατυχημάτων αυτών, που θα κληθούν να επωμισθούν κάποιοι άλλοι.

Να κι άλλο ένα ναυτιλιακό!
Όταν ένας έμπορος ασφαλίζει το εμπόρευμά του κατά τη μεταφορά, λίγο τον νοιάζει τι πλοίο θα νοικιάσει. Για να μη σου πω ότι πολλές φορές υπερασφαλίζει το εμπόρευμα, έτσι ώστε ό,τι και να γίνει, κι αν το πλοίο αποφασίσει να κάνει παρέα με τα ψάρια στο βυθό, αυτός όχι μόνο θα πάρει τα λεφτά του απ την ασφάλεια αλλά θα βγάλει και κέρδος. Έτσι ο έμπορος, σαν αγοραστής μεταφορικών υπηρεσιών, δεν συμβάλει με την επιλογή του στην ποιοτική αναβάθμιση της ναυτιλίας, κάτι για το οποίο τόσα πολλά γράφονται.

Να λοιπόν Βασίλη παραδειγματάκια όπου οι ‘αγορές’ δεν δουλεύουν από μόνες τους και όπου χρειάζεται παρέμβαση. Ο ασφαλιστικός κολοσσός ΑΙG κατέρρευσε γιατί ασφάλιζε ασυνείδητους τραπεζίτες και golden boys, που πουλούσαν ακατανόητα δομημένα ομόλογα και άλλα τοξικά προϊόντα υψηλού κινδύνου, πολλές φορές παραπλανώντας συνταξιούχους και άλλους ανυποψίαστους φουκαράδες που έψαχναν κάτι καλύτερο.

Ο Joe δεν είναι κατά της παγκοσμιοποίησης ή του καπιταλισμού. Ούτε ο Κέυνς ήτανε. Όλοι μας βλέπουμε τα οφέλη τους.
Απλά γιατροί ήμαστε.
Γιατροσόφια ψάχνουμε να βρούμε, να κρατήσουμε τον ασθενή εν ζωή.

Γιατί, όπως είπε ο Τσώρτσιλ, ο καπιταλισμός είναι το χειρότερο σύστημα, εκτός από αυτά που δοκιμάσαμε και απορρίψαμε.
Χαίρε Βασίλειε.

Η. Χαραλαμπίδης

[1] Joseph E. Stiglitz (2006) Making Gobalization Work. W.W. Norton & Co, New York, London.
[2] Για όσους έχουν τα κότσια, συστήνω να διαβάσατε: George A. Akerlof (1970) The market for lemons: Quality, uncertainty and the market mechanism. Quarterly Journal of Economics, Vol. 84, No3, pp. 488-500. Είναι το πιο πολυδιαβασμένο άρθρο στα οικονομικά. Απορρίφθηκε όμως τρεις φορές πριν τελικά δημοσιευτεί! (αυτό για κάποιους άλλους αναγνώστες μου (www.palgrave-journals.com/mel) που με κατηγορούν ότι οι referees μου είναι πολύ αυστηροί..).
Post a Comment