April 30, 2009

Λουκάνικα Φρανκφούρτης

Σου είχα υποσχεθεί Βασίλη ότι θα ‘γραφα κάνα δυο λόγια, να σου εξηγήσω τα αίτια της πρωτόγνωρης αυτής οικονομικής κρίσης που βιώνουμε τους τελευταίους μήνες. Μια κρίση που, ευτυχώς, πνέει τα λοίσθια, όπως ακράδαντα πιστεύω. Η νεκρανάσταση της παγκόσμιας οικονομίας έχει ήδη δρομολογηθεί μέσα στο 2009, αρκεί μόνο να το πιστέψεις. Αγόραζε λοιπόν Βασίλη. Αγόραζε. Ότι βλέπεις με Ρ/Ε κάτω από 4, αγόραζε! Έ, κι αν τα πράματα δεν πάνε τελικά και τόσο καλά, τι να σου πω; Ας πρόσεχες..

Μακρύ θα ’ναι φοβάμαι το σημερινό άρθρο αλλά θα πρέπει να επιμείνεις και να φτάσεις στο τέλος. Άστο λοιπόν καλύτερα για την Κυριακή το πρωί. Φτιάξε καφεδάκι, βάλε τη δεύτερη του Mahler στο πικάπ, μιας και μιλάμε για ‘νεκρανάσταση’, και διάβασε Βασίλη. Διάβασε για να καταλάβεις . Διάβασε για να μη μας ξαναβρεί πάλι τέτοια συμφορά.

Για την ακρίβεια, υπήρξαν δύο κρίσεις: η χρηματοπιστωτική, η κατάρρευση με άλλα λόγια του τραπεζικού συστήματος, και η κρίση της πραγματικής οικονομίας. Δηλαδή μειωμένη κατανάλωση, μηδενικές επενδύσεις και συνεπώς ανεργία. Η πρώτη κρίση προκάλεσε τη δεύτερη. Και να πώς.

Παλιά, θυμάμαι, το να πάρεις δάνειο ήταν μεγάλη υπόθεση. Αγχωμένος ο πατέρας προετοιμαζόταν για μέρες. Το προηγούμενο βράδυ δεν του κολλούσε ύπνος. Κρύος ιδρώτας στο ραντεβού με τον διευθυντή της τράπεζας: Πόσο χρονών είσαι; Πόσα παιδιά έχεις; Πόσα βγάζεις; Τι δουλειά κάνεις; Καπνίζεις; Οι γονείς σου ζουν ακόμα; Έχεις βάλει τίποτα στην άκρη; Πότε χτίστηκε το σπίτι; Πώς το τρίβουν το πιπέρι;

Αμέτρητες οι ερωτήσεις. Ανηλεής η ανάκριση. Αυτό που προσπαθούσε να κάνει ο τραπεζίτης ήταν να προασπίσει τόσο το συμφέρον της τράπεζάς του, όσο και το δικό σου. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι είσαι σε θέση να αποπληρώσεις το δάνειο. Γιατί, διαφορετικά, εσύ θα βρισκόσουν στο δρόμο και αυτός θα έχανε τα λεφτά του.

Μα θα μου πεις δεν έχει η τράπεζα το σπίτι σαν ενέχυρο; Σωστό. Αλλά όταν χάνεις τη δουλειά σου Βασίλη, αυτό σημαίνει ότι η οικονομία δεν πάει καλά. Και όταν η οικονομία δεν πάει καλά, οι τιμές των σπιτιών πάνε κι αυτές κατά διαόλου. Έτσι λοιπόν και να σου κατασχέσει η τράπεζα το σπίτι, δοκιμάζοντας να το πουλήσει, πάλι δε θα πάρει πίσω τα λεφτά της, αλλά πολύ λιγότερα (υποθέτοντας ότι θα βρει αγοραστή).

Κι αν όλα πήγαιναν τελικά κατ’ ευχήν, και το τηλέφωνο χτυπούσε χαρμόσυνα μετά από μερικές μέρες, ο πατέρας έπαιρνε την οικογένεια για πικνίκ στην εξοχή την Κυριακή, να γιορτάσουν την μεγάλη επιτυχία.

Και τα πράματα άρχισαν να αλλάζουν.
Πλουτίσαμε βλέπεις και το χρήμα άρχισε να ρέει πακτωλός. Δύο δισεκατομμύρια δολάρια εισρέουν στην Αμερική καθημερινά, μόνο από τοκοχρεολύσια δανείων που έχουν δώσει στον υπόλοιπο κόσμο. Τρισεκατομμύρια επίσης και τα κρατικά τους ομόλογα. Τα περίφημα Τ-bills. Πάνω από ένα τρις στα χέρια των Κινέζων και μόνο, που με τον τρόπο αυτό δανείζουν τους Αμερικανούς για να μπορούν έτσι αυτοί να αγοράζουν κινέζικα μαϊμουδάκια και τουαλέτες με θερμαινόμενο καπάκι. Άλλα 4 τρις, όπως μιλάμε, στα χέρια του υπόλοιπου κόσμου.

Άπαιχτοι οι Αμερικανοί: Το δολάριο είναι (so far..) η αποθεματική αξία του κόσμου. Όπως κάποτε ήτανε η Λίρα, και πριν απ’ αυτήν ο χρυσός. Κάτι δηλαδή που κρατάνε οι κυβερνήσεις για ασφάλεια στα σεντούκια τους. Μαξιλαράκι να πούμε, για να πέφτουν στα μαλακά απ’ τις συναλλαγματικές κρίσεις, σαν αυτή της Ασίας πριν από 10 χρόνια. Δανείζονται λοιπόν οι Αμερικανοί απ’ όλο τον κόσμο πουλώντας ομόλογα με 1%, και δανείζουν (π.χ. Διεθνής Τράπεζα) με επιτόκια 4 και 5%. Όχι παίζουμε!

Ένα από τα καλά της παγκοσμιοποίησης ήταν ότι έβαλε τον πληθωρισμό στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Το ελεύθερο εμπόριο λειτούργησε όπως η βαλβίδα της χύτρας ταχύτητας, ανακουφίζοντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Μαζί με τον πληθωρισμό πέθαναν και τα ψηλά επιτόκια και έτσι οι τιμές των σπιτιών άρχισαν να παίρνουν τα πάνω τους. Οι πραγματικοί μισθοί των ανειδίκευτων εργατών στην Αμερική όμως συμπιέζονταν προς τα κάτω, λόγω παγκοσμιοποίησης και φτηνού εργατικού κόστους στις αναπτυσσόμενες χώρες*. Η θέση του εργοδότη σταθερή: «κάτσε καλά και μην έχεις απαιτήσεις γιατί παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω για Μαλαισία». Και αυτό δεν ήταν απειλή αλλά ψυχρά υπολογισμένη επιχειρηματική απόφαση.

Άφθονο λοιπόν χρήμα και φτηνό. Παράλληλα, ο τραπεζικός τομέας απελευθερώθηκε και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις τράπεζες αντέστρεψε τους όρους του παιχνιδιού. Τώρα ήταν οι τράπεζες που έτρεχαν πίσω απ τον πατέρα να του δώσουν λεφτά. Δώσε και μένα μπάρμπα, που λέμε. Στεγαστικά, καταναλωτικά, εκπαιδευτικά, εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, δάνεια που ξεπληρώνουν δάνεια. Ότι μπορεί να φανταστεί κανείς. Σας θυμίζει τίποτα αυτό στη χώρα μας; Έχετε δει πορτοφόλι Αμερικανού; Όταν το ανοίγει, οι κάρτες (the plastic όπως τις αποκαλούν) φτάνουν στο πάτωμα.

Οι τράπεζες άρχισαν λοιπόν να δίνουν λεφτά με τη σέσουλα. Όχι μόνο χωρίς να προσέχουν (χωρίς due diligence που λέμε), αλλά και συντάσσοντας για τους πελάτες τους ψευδείς και παραπλανητικές αιτήσεις δανείου. Έδιναν στεγαστικά σε ανέργους και μεροκαματιάρηδες. Σε άτομα δηλαδή που ήταν σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα μπορούσαν μελλοντικά να αποπληρώσουν το δάνειο. Ανέβαιναν βλέπεις και οι αξίες των σπιτιών και αυτό ήταν η καλύτερη εγγύηση. Η προκαταβολή δεν ήταν έτσι και τόσο απαραίτητη. Η επιτυχία (και το bonus) του τραπεζίτη έπαψε να είναι ο περιορισμός του κινδύνου και η κερδοφορία της τράπεζας, αλλά το πόσα δάνεια θα δώσει.

Άρχισαν έτσι λοιπόν οι τράπεζες, ιδιαίτερα οι τράπεζες υποθηκών, οι περίφημες Fannie Mae και Freddie Mac, να εγγράφουν χιλιάδες κακά δάνεια στα βιβλία τους. Δάνεια δηλαδή με πολύ μεγάλη πιθανότητα να βαρέσουν κανόνι. Τα περίφημα sub-prime. Και επειδή δεν είναι καλό για τη μετοχή σου να εμφανίζεις τέτοια δάνεια στα βιβλία σου, στήνανε και κάτι μυστήριες εταιρείες (που ο θεός να τις κάνει ‘εταιρείες’ από άποψη χρηστής διοίκησης, διαφάνειας και ελεγκτικών μηχανισμών) σε φορολογικούς παραδείσους. Σε κάτι νησάκια, Βασίλη, που τύφλα να ‘χει η Ελβετία. Άγιος Βικέντιος, Νησιά Κέυμαν, Νησιά Μάρσαλ και τέτοια ωραία. Εκεί μετέφεραν την ιδιοκτησία των υποθηκών. Έτσι η Φάνυ και ο Φρέντι εμφάνιζαν στα βιβλία τους μόνο τις εταιρείες και όχι τα δάνεια.

Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στην επινοητικότητα των χρυσών παιδιών της Wall Street. Φοιτητές μας όλοι Βασίλη. Όχι οικονομολόγοι –γρι από οικονομικά- αλλά μαθηματικοί, φυσικοί, και γενικά παιδιά πολύ δυνατά στα μαθηματικά.

Η αλχημεία τους λέγεται ‘τιτλοποίηση’ (securitization) ή ‘λουκανικοποίηση’ που λέω εγώ. Πώς δηλαδή τρώμε εκείνα τα wurst στη Βρέμη Περικλέα μου, από τρίχες, πέτσες, και κόκαλα, και γλύφουμε τα δάχτυλά μας; Κάτι τέτοιο.

Στην πραγματικότητα, η τιτλοποίηση είναι καλό πράμα. Αποβλέπει στη διασπορά του κινδύνου και έτσι στην ελαχιστοποίησή του. Το 1990, ένας άλλος οικονομολόγος, ο Harry Markowitz, πήρε το Νόμπελ για αυτό. Για τη θεωρία του στη Διαχείριση Χαρτοφυλακίου. Η θεωρία βρίσκει εφαρμογή στα αμοιβαία κεφάλαια, αλλά και στα hedge funds που και εσύ αγοράζεις Βασίλη.

Τι γίνεται εδώ; Να. Αν βάλεις ένα σκύλο και μια γάτα σε δυο γειτονικά κελιά κάνουν τόση φασαρία που σου παίρνουν το κεφάλι. Αν όμως τους βάλεις μαζί στο ίδιο κελί, τρώει ο ένας τον άλλον και επικρατεί ησυχία! Αν λοιπόν βάλεις διάφορες μετοχές μαζί σ’ ένα καλάθι, που το λέμε αμοιβαίο κεφάλαιο, κάποιες πάνε πάνω, κάποιες άλλες πάνε κάτω, κι έτσι ο μέσος όρος, η τιμή του καλαθιού δηλαδή, είναι πιο σταθερή απ’ τις τιμές των μετοχών που περιέχει. Κι αυτή η σταθερότητα είναι ελκυστική για τον επενδυτή που δεν θέλει μεγάλα σκαμπανεβάσματα (π.χ. ασφαλιστικά ταμεία).

Και στην περίπτωσή μας; Στην περίπτωση των σπιτιών;
Ας πούμε λοιπόν οι γνωστοί μας πια Ηλίας και Φίλιππος, φουκαράδες και οι δυο, άνεργος ο Ηλίας, μεροκαματιάρης ο Φίλιππος, έχουν πάρει τα δανειάκια τους, κουρεύουν το γρασίδι τους, και δοξάζουν το Θεό για την καλή τους τύχη. Η πιθανότητα όμως να βαρέσουν κανόνι, να μην μπορέσουν τελικά να πληρώσουν, είναι πολύ μεγάλη. Ας πούμε 30%. Και εδώ είναι το ωραίο. Η πιθανότητα να βαρέσουν και οι δυο μαζί κανόνι είναι μόνο 9%!
Πώς γίνεται αυτό;
Έ εδώ τι να σου πω Βασίλη.
Ας μάθαινες στατιστική όταν ήσουν μικρός.
Ή τάβλι.
Το 9% αυτό είναι κίνδυνος λίαν αποδεκτός από την τράπεζα. Αλλά και να μην ήταν, βρίσκει μια ασφαλιστική εταιρεία (σαν την AIG που κατάρρευσε ακριβώς για το λόγο αυτό) και ασφαλίζει τον κίνδυνο με ένα Credit Default Swap όπως το λένε. Με άλλα λόγια, πετάει την καυτή πατάτα στα χέρια κάποιου άλλου. Του μετόχου της AIG.

Όπως λοιπόν το χρυσό παιδί οδηγεί την Λαμποργκίνι Γκαλλάρντο του προς το γραφείο του στη Lehman Brothers σκέπτεται: Θα μαζέψω τις υποθήκες του Ηλία και του Φίλιππα και καμιά κατοσταρία ακόμα, κατά προτίμηση λιγότερο επισφαλείς, και θα φτιάξω ένα λουκάνικο. Θα το βαφτίσω Collateralized Debt Obligation (CDO) και θα το πουλήσω σ’ όλο τον κόσμο. Σε τράπεζες, ιδιώτες, θεσμικούς, αμοιβαία, ασφαλιστικά ταμεία, κυβερνήσεις, sovereign funds και βάλε.
(πολύ περισσότερα Αμερικάνικα τοξικά λουκάνικα έφαγε ο υπόλοιπος κόσμος Βασίλη, παρά οι Αμερικανοί οι ίδιοι που τα έφτιαξαν).
Και μόλις ο Ηλίας και ο Φίλιππας πληρώνουν τη δόση τους, θα παίρνουν κι οι επενδυτές αυτοί το μερτικό τους.
Αλλά, σκέφτεται το golden boy, ποιος πελλός, που λένε και οι φίλοι μου στην Κύπρο, θα αγοράσει και θα φάει τοξικά λουκάνικα;
Να λοιπόν τι θα κάνω.
Θα τα δομήσω.
Θα τα κόψω σε τρία κομμάτια: φιλέτο-μπούτι-καπαμάς.
Όπως μπαίνουν μέσα τα λεφτά (δόσεις), το φιλέτο θα πληρώνεται πρώτο. Μετά το μπούτι, κι αν περισσέψει τίποτα, ο καπαμάς. Το φιλέτο λοιπόν είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα πάρει το μερτικό του. Ασφαλής επένδυση. Φωνάζω και έναν οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης (Moody’s ας πούμε) και του ρίχνει κι ένα ΑΑΑ.
Το μπούτι; Έ, έτσι κι έτσι. Του ρίχνουμε άμα λάχει κι ένα ΒΒΒ.
Όσο για τον καπαμά, ούτε λόγος.
Αυτόν κανείς τρελός δεν τον αγοράζει (μόνο κάτι hedge funds) κι έτσι τον κρατάω εγώ κι εφόσον τα πράματα πάνε καλά βγάζω ένα παχυλότατο κέρδος χωρίς να κάνω τίποτα.
Θα υποσχεθώ 4% στο φιλέτο που είναι ασφαλές, 7% στο μπούτι, και 10% στον καπαμά.
Θυμήσου Βασίλη: απόδοση και κίνδυνος είναι αδελφάκια και πάνε χέρι-χέρι (βλ. «όπου ακούς πολλά κεράσια..» παρακάτω).

Κι όλα πήγαιναν καλά, ώσπου άρχισαν να βαράνε τα κανόνια. Οι τιμές των σπιτιών άρχισαν να πέφτουν. Υπερπροσφορά βλέπεις, εκατομμύρια σπίτια να χτίζονται, αργά ή γρήγορα αυτό θα γινόταν. Μη ξεχνάς Βασίλη πως η ‘οικοδομή’ είναι η ατμομηχανή της οικονομίας. Το φάρμακο που λέγαμε, που, ελλείψει άλλου, την κρατάει εν ζωή. Μετράμε τις άδειες οικοδομών, τις ταβανόπροκες που πουλάει ο Πατάκας στο DIY στη γωνία, για να δούμε πώς θα πάει, σε έξη μήνες, η Boeing, η General Motors, η Marfin και το φαναρτζίδικο του Τάσου. Leading indicator είναι η οικοδομή, που λένε κάποιοι.[1]

Ο Ηλίας βαράει πρώτος το κανόνι. Άνεργος βλέπεις. Ο Φίλιππος τα ψιλοκατάφερνε αλλά σου λέει μακάκας είμαι ‘γω να πληρώνω δάνειο για ένα σπίτι που το αγόρασα 300 χιλιάδες όταν σήμερα κάνει 150? Δεν βαράω κάνα κανόνι, και δεν αγοράζω το διπλανό που ‘ναι απούλητο, να μειώσω έτσι το δάνειό μου στο μισό;

Μια και δυο λοιπόν πάει στη Φάνυ:
Καλημέρα σας.
Τα κλειδιά του σπιτιού σας.
Εγώ χρεοκόπησα.
Πάω στον αδερφό μου στο Κονέκτικατ να ξύσουμε πατσές and have a nice day.

Βλέπεις ο νόμος περί ιδιωτικής χρεοκοπίας στην Αμερική, Βασίλη, είναι πολύ πιο ελαστικός απ’ ότι σε μας εδώ στην Ευρώπη. Πέντε εκατομμύρια σπίτια απούλητα ή στο σφυρί στην Αμερική. Αλλά ποιος τρελός τα αγοράζει; Με 150 χιλιάδες το ένα, μίνιμουμ μέσο όρο, να άλλα 7.5 τρις καπνός στον ουρανό.
Σκιές και φαντάσματα κάποιων ονείρων.
Τα κρεβατάκια κάποιων παιδιών που αύριο θα πήγαιναν, όπως κάθε μέρα, σχολείο.
Ερείπια και παράδεισοι αρουραίων και αδέσποτων.
Αυτή η παγκόσμια οικονομία σου αρέσει Βασίλη;
Τότε να την χαίρεσαι.

Έτσι, οι τράπεζες κι ο κόσμος όλος μείναν με το λουκάνικο στο χέρι, ξύνοντας το κεφάλι τους πού να το βάλουν.. Στην ουσία ούτε καν λουκάνικο δεν τους έμεινε. Μόνο τρίχες, πέτσες και κόκαλα. Δισεκατομμύρια είχαν δανειστεί οι τράπεζες απ’ τον Greenspan και τον Bernanke για να τα δανείσουν με τη σειρά τους στους σπιτονοικοκύρηδες.
Τώρα;
Τώρα δεν μπορούσαν αυτές οι ίδιες να πληρώσουν.
Η μία μετά την άλλη λουκέτο.
Σαν τον Ηλία και τον Φίλιππο.
Οι εννιά στις δέκα.
Το 90 τοις εκατό της τραπεζικής αξίας έγινε καπνός μέσα σε έξη μήνες.

Και όπως οι τράπεζες χρεοκοπούσαν, έτσι έτρεχε ο κόσμος να σηκώσει τα λεφτά του. Αλλά οι τράπεζες έκλειναν την πόρτα. Γιατί, φυσικά, δεν είχαν λεφτά να δώσουν. Run το λέμε αυτό. Θύμισέ μου Βασίλη να στο εξηγήσω κάποια φορά. Έχει πλάκα το τι γίνεται. Θυμάσαι, στην εξαιρετική Mary Poppins, τι έγινε όταν το κοριτσάκι, η Jane, ζήτησε πίσω το δίφραγκό της από τον τραπεζίτη; Κάτι τέτοιο.

Και ο υπόλοιπος κόσμος; Κινέζοι, Άραβες, Γερμανοί, Έλληνες, όλοι;
Δεν είχαν ιδέα όλοι αυτοί από σπίτια στο Μιλγουώκι, από Φάνυ κι από Φρέντι. Αυτοί ένα λουκάνικο μόνο ήθελαν να φάνε. Και οι πιο πολλοί δεν ήξεραν καν ότι είχαν αγοράσει τοξικό λουκάνικο. Γιατί τους το είχαν σερβίρει ωραία περιτυλιγμένο μέσα σε ένα hedge fund ή ένα αμοιβαίο της Lehman Brothers.
Τρισεκατομμύρια καπνός.
Εκεί μέσα ήταν συντάξεις, σπίτια, σχολεία, το αποκούμπι του γέρου, το κομπόδεμα της γριάς.
Καπνός.
Κι έτσι περάσαμε στην κρίση της πραγματικής οικονομίας.
Αλλά εδώ θα επανέλθω.

Σε κούρασα σήμερα Βασίλη, αλλά ελπίζω να πήρες μυρωδιά του τι έγινε.
Ή μήπως όχι;
Να σε εξετάσω Βασίλη να δω αν κατάλαβες;
Once δάσκαλος, always δάσκαλος.
Πες μου λοιπόν Βασίλη «που πήγαν τα λεφτά»;
Γιατί όπως είπε προχθές ένας σχεδόν συνονόματός μου,
«Ουδέν εκ του μη όντος γίγνεσθαι ουδέ εις το μη ον φθείρεσθαι».

Η. Χαραλαμπίδης

*Η υποσημείωση αυτή γράφτηκε αργότερα, την Κυριακή 13/12/09, ως φόρος τιμής σε έναν από τους σημαντικότερους οικονομολόγους του περασμένου αιώνα, τον Paul Samuelson, που πέθανε τη μέρα αυτή, πλήρης ημερών, στα 94 του. Το φαινόμενο που περιγράφω εδώ είναι γνωστό σαν το Θεώρημα Stolper-Samuelson.
[1] Έχω ένα φίλο με ένα ωραιότατο διαμέρισμα στον Τάμεση. Εφοπλιστής το επάγγελμα. Κάθεται στο μπαλκόνι και μετράει τα ταξί στη γωνία. Τι κάνεις ρε, του λέω μια μέρα. «όταν η ουρά είναι μεγάλη» μου λέει βαθυστόχαστα «η οικονομία δεν πάει καλά. Ο κόσμος παίρνει το λεωφορείο». Leading indicator κι αυτό!

April 17, 2009

Ρε πώς αλλάζουν οι καιροί

Πρόσφατες δημοσκοπήσεις στην Αμερική δείχνουν το 60% των πολιτών ως ακραιφνείς Κεϋνσιανούς, όταν στην 'κοινωνική' Ευρώπη ο ιεροεξεταστής Αλ Μούνια μας φοράει τον ζουρλομανδύα του συμφώνου σταθερότητας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Σαν δηλαδή να σου αφαιρεί το σωσίβιο τη μοναδική στιγμή που το χρειάζεσαι: όταν βουλιάζεις.

Έχω ένα καλό φίλο και συνάδελφο που όταν για χρόνια εγώ γύριζα με την αιχμή της τεχνολογίας στην τσέπη, αυτός κουβαλούσε ένα χαρτάκι διπλωμένο φυσαρμόνικα όπου έγραφε τις ημερομηνίες των συνεδρίων του.

Σήμερα, αυτός γυρίζει περήφανα με ένα blackberry storm στην τσέπη, κι εγώ με ένα χαρτάκι στην κωλότσεπη, να κρατάω σημειώσεις.

Ρε πώς αλλάζουν οι καιροί.
Πώς κλείνει ο κύκλος.

Η. Χαραλαμπίδης

April 10, 2009

Όσα ξέρει ο νοικοκύρης

Κηλαηδόνης θα καταντήσεις ρε; Μου είπε ένας συνάδελφος όταν διάβασε το ‘όπου ακούς πολλά κεράσια’ παρακάτω. Δε ντρέπεσαι; Και αναφερόταν βέβαια στην αριστουργηματική εκείνη συλλογή τραγουδιών του Λουκιανού Κηλαηδόνη, κάπου 'κεί στη δεκαετία του 70, με τίτλο ‘απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας’.

Η αλήθεια είναι πως όταν άρχισα να γράφω τον ‘Βασίλη’ το 2004, είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι με δύο θέματα δεν θα καταπιανόμουνα ποτέ: οικονομία και ναυτιλία. Στο δεύτερο, για την ώρα, αντιστέκομαι. Στο πρώτο ενέδωσα.

Δύο λόγοι με απέτρεπαν.
Ο πρώτος ήταν ότι φοβόμουνα.
Φοβόμουνα πως αν το έκανα θα έριχνα πέτρες στο γυάλινο σπίτι μου. Θα έφτυνα στον ουρανό.

Ο δεύτερος λόγος ήταν το κόλλημα που έχουμε όλοι εμείς οι α-γκαντέμης (academics) στο να εκλαϊκεύσουμε κάτι στο οποίο έχουμε αφιερώσει τη ζωή μας. Κάτι που η ‘επιμελώς κατασκευασμένη’ δυσκολία του μας δίνει λόγο ύπαρξης. Όπως μου είπε εύστοχα μια φορά ο Ιωσήφ (βλ. παρακάτω), «economics is common sense made difficult». Κάτι αντίστοιχο είχε πει και ο Αλβέρτος ο Μονόπετρος (Albert Einstein) σε ένα φοιτητή του: «αν δεν μπορείς να εξηγήσεις σε δέκα λεπτά την πιο περίπλοκη θεωρία στον απλό άνθρωπο στο δρόμο, τότε άλλαξε δουλειά».

Έτσι λοιπόν κι εγώ, βάζοντας τη μούρη μου με τους πραματευτάδες, αποφάσισα να γράψω. Μέσα στην κοσμογονία που ζούμε αυτό τον καιρό, την πρωτόγνωρη οικονομική κρίση, την ολοκληρωτική κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά και με 85,000 πιστούς αναγνώστες Βασίλη(!), δεν μπορούσα να παραμένω απλός παρατηρητής, ασχολούμενος με το παντελόνι του κυρίου Αλαβάνου. Κάπου, αργά ή γρήγορα, θα έμπαινε και θέμα αξιοπιστίας..

Λίγα λόγια όμως πρώτα για τον Ιωσήφ που για κάνα χρόνο τώρα είναι πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες του κόσμου και που, με το τελευταίο του βιβλίο,[1] με έπεισε να ξεπεράσω τους φόβους μου. Ούτε πυροβολημένος είμαι (νομίζω τουλάχιστον..) ούτε κάνα καλάμι έχω καβαλήσει προσπαθώντας να τον μιμηθώ. Αλλά το βιβλίο είναι τόσο απλά γραμμένο, για ‘σενα Βασίλη, που είπα ότι αν ο Ιωσήφ δεν έχει πρόβλημα με την εκλαΐκευση γιατί θα πρέπει να έχω εγώ.

Με τον Ιωσήφ συμπέσαμε ένα φεγγάρι στη Σιγκαπούρη. Δίπλα δίπλα τα γραφειάκια μας, 3Χ3 το καθένα. Ένα πρωινό καφεδάκι στην κουζίνα του Kent Ridge, κάποια noodles και παγωμένο χυμό μάνγκο στα υπαίθρια παγκάκια του central square, one for the road, μια μπυρίτσα, στο faculty club ένα απόγευμα πριν την κάνουμε για το σπίτι.

[ακόμα αναρωτιέμαι αν έκανα καλά να παρατήσω τη Σιγκαπούρη, μετά από τρία χρόνια, για το Ρότερνταμ..].

Έτσι λοιπόν είχα την ευκαιρία, ή καλύτερα την τύχη, να ανακαλύψω ένα από τα λαμπρότερα μυαλά των καιρών μας. Το βιβλίο δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμα αλλά μας διηγιότανε τα περιεχόμενά του. Με το συνεσταλμένο μισοχαμόγελο του σοφού που ψάχνει να βρει λέξεις να εκφραστεί, αλλά και τον χειμαρρώδη ανατρεπτικό ενθουσιασμό του έφηβου που με μια μονοκονδυλιά μπορεί να διαγράψει τα πάντα το επόμενο λεπτό, μας εξηγούσε πώς, μες στην παγκοσμιοποίηση, οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι. Πώς οι πατέντες και τα υπερκέρδη των φαρμακευτικών εταιρειών υπογράφουν τη θανατική καταδίκη εκατομμυρίων ανθρώπων στην Αφρική. Μας μιλούσε για τις απάτες (εγκλήματα, όπως τα έλεγε) των τραπεζών, για την αδυναμία των φτωχών χωρών να αποπληρώσουν το χρέος τους, την καταστροφή του περιβάλλοντος και την αποψίλωση των δασών, τον ρόλο των πολυεθνικών εταιρειών, και τόσα άλλα παραδείγματα όπου οι αγορές αποτυγχάνουν. Άπειρα τα παραδείγματα από τα χρόνια του κοντά στον Κλίντον αλλά και, μετά, στη Διεθνή Τράπεζα.

Τίποτα το καινούργιο. Δεν είχε σημασία τι έλεγε αλλά το πώς το έλεγε. Πώς μπορούσε τόσο απλά να τραβάει το χαλί κάτω απ τα πόδια τόσο του αρτηριοσκληρωτικού καθηγητή όσο και του επαναστάτη φοιτητή (ναι, και στη Σιγκαπούρη υπάρχουν επαναστάτες. Με τον τρόπο τους).

Ο Joe είναι καθηγητής στο Κολούμπια και το 2001, μαζί με τον George Akerlof του Berkeley και τον Michael Spence του Stanford πήρε το Νόμπελ στα οικονομικά για τη θεωρία του πάνω στην ασύμμετρη πληροφόρηση και πώς αυτή διαμορφώνει την οικονομική συμπεριφορά. Τι γίνεται δηλαδή όταν σε μια συναλλαγή ο ένας ξέρει περισσότερα απ τον άλλον. Το καλύτερο παράδειγμα είναι η αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. [2] Οι Άγγλοι έχουν μια έκφραση για κάποιον που δεν εμπιστεύονται: «would you buy a second hand car from him?» λένε. Με άλλα λόγια, ποιο είναι το κοινωνικό κόστος της ιδιωτικής ανεντιμότητας;

Μια συναφής θεωρία του Joe, σχετική με την ασύμμετρη πληροφόρηση, είναι αυτή του «ηθικού αστάθμητου παράγοντα» (moral hazard), με σημαντικές εφαρμογές στην ασφαλιστική αγορά. Τι γίνεται δηλαδή όταν η ασφαλιστική εταιρεία γνωρίζει λιγότερα για την κατάσταση του ασφαλιζόμενου την οποία ο τελευταίος έχει συμφέρον να αποκρύψει;

Ουπς. Άντε τώρα Βασίλη να αποφύγεις το ναυτιλιακό παράδειγμα!

Όταν ο εφοπλιστής ασφαλίζει το πλοίο του σε τιμή μικρότερη του ιδιωτικού ή κοινωνικού (θαλάσσια ρύπανση) κόστους ενός ατυχήματος, στην ουσία μετακυλά τον κίνδυνο αυτό στις πλάτες των άλλων ασφαλισμένων αλλά και της κοινωνίας. Ο Joe το βλέπει αυτό σαν μια κρυφή επιδότηση. Θα με ρωτήσεις φυσικά και γιατί τον ασφαλίζει η εταιρεία; Για δύο λόγους. Πρώτα, γιατί «όσα ξέρει ο (καραβο)κύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος». Asymmetry of information λέει ο Joe. Δεύτερον, γιατί αν δεν το κάνει, θα της φύγει ο πελάτης και θα πάει αλλού.

Κι ακόμα. Όταν ο εφοπλιστής έχει ασφάλεια, έχει δηλαδή το κεφαλάκι του ήσυχο, έχει λιγότερο ενδιαφέρον να ασκήσει χρηστή διαχείριση, σε σχέση με το πόσο προσεχτικός θα ήτανε αν ήταν ανασφάλιστος. Έτσι, συνολικά, ο κίνδυνος ατυχημάτων αυξάνεται και μαζί του αυξάνεται το κόστος των ατυχημάτων αυτών, που θα κληθούν να επωμισθούν κάποιοι άλλοι.

Να κι άλλο ένα ναυτιλιακό!
Όταν ένας έμπορος ασφαλίζει το εμπόρευμά του κατά τη μεταφορά, λίγο τον νοιάζει τι πλοίο θα νοικιάσει. Για να μη σου πω ότι πολλές φορές υπερασφαλίζει το εμπόρευμα, έτσι ώστε ό,τι και να γίνει, κι αν το πλοίο αποφασίσει να κάνει παρέα με τα ψάρια στο βυθό, αυτός όχι μόνο θα πάρει τα λεφτά του απ την ασφάλεια αλλά θα βγάλει και κέρδος. Έτσι ο έμπορος, σαν αγοραστής μεταφορικών υπηρεσιών, δεν συμβάλει με την επιλογή του στην ποιοτική αναβάθμιση της ναυτιλίας, κάτι για το οποίο τόσα πολλά γράφονται.

Να λοιπόν Βασίλη παραδειγματάκια όπου οι ‘αγορές’ δεν δουλεύουν από μόνες τους και όπου χρειάζεται παρέμβαση. Ο ασφαλιστικός κολοσσός ΑΙG κατέρρευσε γιατί ασφάλιζε ασυνείδητους τραπεζίτες και golden boys, που πουλούσαν ακατανόητα δομημένα ομόλογα και άλλα τοξικά προϊόντα υψηλού κινδύνου, πολλές φορές παραπλανώντας συνταξιούχους και άλλους ανυποψίαστους φουκαράδες που έψαχναν κάτι καλύτερο.

Ο Joe δεν είναι κατά της παγκοσμιοποίησης ή του καπιταλισμού. Ούτε ο Κέυνς ήτανε. Όλοι μας βλέπουμε τα οφέλη τους.
Απλά γιατροί ήμαστε.
Γιατροσόφια ψάχνουμε να βρούμε, να κρατήσουμε τον ασθενή εν ζωή.

Γιατί, όπως είπε ο Τσώρτσιλ, ο καπιταλισμός είναι το χειρότερο σύστημα, εκτός από αυτά που δοκιμάσαμε και απορρίψαμε.
Χαίρε Βασίλειε.

Η. Χαραλαμπίδης

[1] Joseph E. Stiglitz (2006) Making Gobalization Work. W.W. Norton & Co, New York, London.
[2] Για όσους έχουν τα κότσια, συστήνω να διαβάσατε: George A. Akerlof (1970) The market for lemons: Quality, uncertainty and the market mechanism. Quarterly Journal of Economics, Vol. 84, No3, pp. 488-500. Είναι το πιο πολυδιαβασμένο άρθρο στα οικονομικά. Απορρίφθηκε όμως τρεις φορές πριν τελικά δημοσιευτεί! (αυτό για κάποιους άλλους αναγνώστες μου (www.palgrave-journals.com/mel) που με κατηγορούν ότι οι referees μου είναι πολύ αυστηροί..).